Παρασκευή, Μαΐου 16, 2008

Οι ΜΚΟ και το ελληνικό κράτος

Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Ομάδες ανθρώπων με κοινές ανησυχίες που σχηματίζουν σωματεία, συλλόγους, οργανισμούς με σκοπό την προώθηση αυτού που τους απασχολεί. Ο πολιτισμός και η ιστορία του τόπου τους, ο αθλητισμός, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα παιδιά, οι τέχνες, κάθε ανησυχία και κάθε ενδιαφέρον μπορεί να αποτελέσει λόγο σύστασης μίας ΜΚΟ προσπαθώντας συνήθως να καλύψει τα κενά της πολιτείας στον τομέα αυτό. Βασισμένες στην εθελοντική προσφορά έργου και την αυτοχρηματοδότηση, οι ΜΚΟ εκφράζουν την αγνή επιθυμία του απλού πολίτη να παρεμβαίνει στην κοινωνία αποζητώντας μια καλύτερη ποιότητα ζωής.

Τουλάχιστον αυτά θα λέγαμε σε μία πιο ρομαντική εκδοχή της χώρας μας. Η αλήθεια είναι πως ο θεσμός των ΜΚΟ στην Ελλάδα αποτελεί πεδίο άγριας και σκληρής εκμετάλλευσης, πολιτικών σκοπιμοτήτων και εύκολου κέρδους.
Η εμφάνιση των κοινοτικών πλαισίων στήριξης (Κ.Π.Σ.) στη χώρα μας έφερε άφθονο χρήμα με κύριο σκοπό την ανάπτυξη και την σύγκλισή μας με τον μέσο κοινοτικό όρο. Οι διαβρωμένοι όμως και βουτηγμένοι στη διαφθορά άρχοντες της κρατικής μηχανής τα είδαν ως ευκαιρία εύκολου πλουτισμού τους. Αρχικά προσπάθησαν μέσω εταιριών και «φωτογραφικών» διαγωνισμών να γυρίσει στις τσέπες τους ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων ως «μίζα» και «λάδωμα». Επίπονη διαδικασία με πολλούς κινδύνους, οι «μίζες» ταλαιπώρησαν και ταλαιπωρούν διαρκώς τη χώρα με σκάνδαλα που εμπλέκουν γνωστούς επιχειρηματίες και πολιτικούς.

Οι ΜΚΟ ήταν πιο εύκολη «κομπίνα». Ούτως ή άλλως η Ε.Ε. προέβλεπε ένα μεγάλο μέρος των Κ.Π.Σ. να δοθεί σε οργανώσεις πολιτών στο πλαίσιο της ενεργοποίησης και συμμετοχής τους στη νέα μεγάλη κοινωνία της Ευρώπης. Οι προϋποθέσεις φαίνονταν αυστηρές και η γραφειοκρατία ογκώδης, μα για μικρά ποσά οι ελεγκτικοί μηχανισμοί ανατέθηκαν στη χώρα. Αρκούσε ένας «καλός άνθρωπος» στην κατάλληλη θέση για να περάσει γρήγορα και άνετα μια πρόταση για κοινοτική επιδότηση, χωρίς κανένα ουσιαστικό έλεγχο.

Το πρόσφατο «σκάνδαλο Ζαχόπουλου» έφερε στο φως ένα κομμάτι αυτής της απάτης. Εκατοντάδες ΜΚΟ «φαντάσματα» είχαν δεχθεί επιδοτήσεις που κανείς δεν έλεγξε πως διατέθηκαν. Εκατομμύρια ευρώ κατέληξαν, με μεγάλη άνεση και ευκολία, στα πορτοφόλια διαφόρων που τώρα κρύβονται πίσω από μία «ροζ» ιστορία χωρίς κίνδυνο περαιτέρω έρευνας, αφού η δικαιοσύνη ολιγωρεί.

Το Υπουργείο Πολιτισμού δεν είναι το μόνο που διαχειρίστηκε τέτοια κονδύλια (αν και έχει τη μερίδα του λέοντος). Παρόμοια προγράμματα έβγαλαν και τα Υπουργεία Απασχόλησης, ΠΕΧΩΔΕ, Τουρισμού, Εξωτερικών κτλ διαθέτοντας ποσά δεξιά και αριστερά με επιτηδευμένη επιλεκτικότητα. Φυσικά χρηματοδοτήθηκαν και πραγματικές ΜΚΟ με χρόνια παρουσίας και κοινωνικού έργου. Τα πολλά όμως πήγαν κάπου αλλού.

Επί χρόνια μάλιστα το κράτος μεθοδεύει την απάτη προσπαθώντας να δημιουργήσει μηχανισμούς πιστοποίησης των ΜΚΟ και της λειτουργίας τους. Στην ουσία πρόκειται για έναν αυτόματο και πιο επίσημο τρόπο επιλογής αυτών που θα δέχονται χρηματοδοτήσεις. Οι άνθρωποι που τόσα χρόνια οικειοποιούνταν τα κονδύλια, «νομιμοποιούν» το έγκλημα τους μοιράζοντας οι ίδιοι τις πιστοποιήσεις.

Όσο περνά ο καιρός, ο θεσμός των ΜΚΟ συνδέεται όλο και περισσότερο με σκάνδαλα, υπεξαιρέσεις και απάτες, πλήττοντας ταυτόχρονα και την έννοια του εθελοντισμού με την οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένος. Οι μεγάλες οργανώσεις με ισχυρή ιδιωτική χρηματοδότηση και οι διεθνείς εθελοντικές πρωτοβουλίες με παγκόσμια αναγνώριση μπορεί να μην επηρεάζονται ιδιαίτερα. Οι μικρότερες όμως που προσφέρουν χρόνια ουσιαστικό έργο χωρίς κρατική επιχορήγηση και πρόσβαση στα κοινοτικά κονδύλια, βλέπουν το όνομά τους να διασύρεται και την εμπιστοσύνη του κόσμου να χάνεται.

Η επιβίωσή τους εξαρτάται άμεσα από την υποστήριξη του κόσμου που συνδέεται χαλαρά με τέτοιους χώρους, είτε λόγω φιλίας είτε επειδή είναι αποδέκτες της δραστηριότητας τους. Με τα παραδοσιακά ΜΜΕ να έχουν κατακλυστεί από τα σκάνδαλα των ψευτο-ΜΚΟ και τα πανάκριβα διαφημιστικά σποτ των μεγάλων, η ανάγκη για πλάγια πληροφόρηση και προβολή είναι πιο μεγάλη από ποτέ.

Οφείλουμε να προστατέψουμε αυτά που έχουμε κερδίσει.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Θροϊσμα" , τεύχος 11 - Έκδοση των Κατασκηνώσεων Χαρούμενα Παιδιά - Χαρούμενα Νιάτα)

Παρασκευή, Απριλίου 18, 2008

Ανεργία; Σιγά το πρόβλημα...

Λοιπόν τι έγινε με την ανεργία; Πριν από κάτι δεκαετίες η λέξη έπαιζε συνέχεια στα χείλη κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Παραπεταμένη πλέον στα συρτάρια, κανείς δεν ασχολείται μαζί της. Όχι, δεν εξαφανίστηκε η ανεργία. Απλά η κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν είναι σημαντικό πολιτικό πρόβλημα.

Μιας και το κοινωνικό κράτος συρρικνώνεται διαρκώς και οι παροχές στους ανέργους είναι μηδαμινές (αν καταφέρει κανείς να τις πάρει), η κυβέρνηση έχει λύσει στην ουσία το πρόβλημα από την πλευρά της. Δεν κοστίζουν τίποτα πια οι άνεργοι. Όσο για το πολιτικό κόστος, εδώ γκρεμίζει ολόκληρα ασφαλιστικά ταμεία και αντέχει, η ανεργία θα την «ρίξει»;

Ο ιδιωτικός τομέας από την άλλη, με συμφέροντα που υποστηρίζονται διαρκώς από τις κυβερνήσεις, βγαίνει ιδιαίτερα ωφελημένος απ’ την αδιαφορία του κράτους. Ανεργία γι’ αυτούς σημαίνει σκληρός ανταγωνισμός από πλευράς των επίδοξων εργαζομένων και διάθεση για μεγαλύτερες παραχωρήσεις προκειμένου να βρουν μια δουλίτσα. Δεκάωρα και δωδεκάωρα, χωρίς ασφάλιση, απλήρωτες υπερωρίες, μισθοί της πείνας, γελοίες αυξήσεις, εργασιακή καταπίεση αποτελούν τις συνθήκες εργασίας που ισοδυναμούν με εκμετάλλευση και αγγίζουν τα όρια της δουλείας.

Η ανάγκη όμως για επιβίωση και ο φόβος της απόλυσης οδηγούν όχι μόνο σε τέτοιες υποχωρήσεις αλλά και στη μη διεκδίκηση των εργασιακών δικαιωμάτων. Άδεια παίρνεις όποτε θέλει η εταιρία, αρρωσταίνεις εφόσον έχεις πρόχειρο το πιστοποιητικό θανάτου σου και αν δεν πληρωθείς το μήνα για κάποιο λόγο, δεν πειράζει, κόψε ένα πεντακοσάευρο από την παραδιά στον κήπο για να ξοφλήσεις νοίκια και λογαριασμούς.

Το κερασάκι το σερβίρουν οι ίδιοι οι δημόσιοι οργανισμοί που κρατούν σε ομηρία χιλιάδες συμβασιούχους. Εργαζόμενοι Γ’ κατηγορίας που κάθε έξι μήνες παίζουν ζάρια με τις συμβάσεις τους ελέω προϊσταμένου.

Ζάρια όμως παίζουν και η εργοδοσία με το κράτος και μάλιστα επικίνδυνα. Συντηρώντας την οικονομική στασιμότητα και στέρηση στις τάξεις των μισθωτών, στερούν την ελπίδα τους για ένα καλύτερο αύριο. «Η έμπρακτη εκδήλωση όλων αυτών είναι το έγκλημα και η βία» έγραφε ο Galbraith το ’96 στην Καλή Κοινωνία. Το έγκλημα είναι ήδη εδώ. Υπομονή, έρχεται και η Βία.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Centro" - τεύχος 15)