Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Centro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Centro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Απριλίου 18, 2008

Ανεργία; Σιγά το πρόβλημα...

Λοιπόν τι έγινε με την ανεργία; Πριν από κάτι δεκαετίες η λέξη έπαιζε συνέχεια στα χείλη κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Παραπεταμένη πλέον στα συρτάρια, κανείς δεν ασχολείται μαζί της. Όχι, δεν εξαφανίστηκε η ανεργία. Απλά η κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν είναι σημαντικό πολιτικό πρόβλημα.

Μιας και το κοινωνικό κράτος συρρικνώνεται διαρκώς και οι παροχές στους ανέργους είναι μηδαμινές (αν καταφέρει κανείς να τις πάρει), η κυβέρνηση έχει λύσει στην ουσία το πρόβλημα από την πλευρά της. Δεν κοστίζουν τίποτα πια οι άνεργοι. Όσο για το πολιτικό κόστος, εδώ γκρεμίζει ολόκληρα ασφαλιστικά ταμεία και αντέχει, η ανεργία θα την «ρίξει»;

Ο ιδιωτικός τομέας από την άλλη, με συμφέροντα που υποστηρίζονται διαρκώς από τις κυβερνήσεις, βγαίνει ιδιαίτερα ωφελημένος απ’ την αδιαφορία του κράτους. Ανεργία γι’ αυτούς σημαίνει σκληρός ανταγωνισμός από πλευράς των επίδοξων εργαζομένων και διάθεση για μεγαλύτερες παραχωρήσεις προκειμένου να βρουν μια δουλίτσα. Δεκάωρα και δωδεκάωρα, χωρίς ασφάλιση, απλήρωτες υπερωρίες, μισθοί της πείνας, γελοίες αυξήσεις, εργασιακή καταπίεση αποτελούν τις συνθήκες εργασίας που ισοδυναμούν με εκμετάλλευση και αγγίζουν τα όρια της δουλείας.

Η ανάγκη όμως για επιβίωση και ο φόβος της απόλυσης οδηγούν όχι μόνο σε τέτοιες υποχωρήσεις αλλά και στη μη διεκδίκηση των εργασιακών δικαιωμάτων. Άδεια παίρνεις όποτε θέλει η εταιρία, αρρωσταίνεις εφόσον έχεις πρόχειρο το πιστοποιητικό θανάτου σου και αν δεν πληρωθείς το μήνα για κάποιο λόγο, δεν πειράζει, κόψε ένα πεντακοσάευρο από την παραδιά στον κήπο για να ξοφλήσεις νοίκια και λογαριασμούς.

Το κερασάκι το σερβίρουν οι ίδιοι οι δημόσιοι οργανισμοί που κρατούν σε ομηρία χιλιάδες συμβασιούχους. Εργαζόμενοι Γ’ κατηγορίας που κάθε έξι μήνες παίζουν ζάρια με τις συμβάσεις τους ελέω προϊσταμένου.

Ζάρια όμως παίζουν και η εργοδοσία με το κράτος και μάλιστα επικίνδυνα. Συντηρώντας την οικονομική στασιμότητα και στέρηση στις τάξεις των μισθωτών, στερούν την ελπίδα τους για ένα καλύτερο αύριο. «Η έμπρακτη εκδήλωση όλων αυτών είναι το έγκλημα και η βία» έγραφε ο Galbraith το ’96 στην Καλή Κοινωνία. Το έγκλημα είναι ήδη εδώ. Υπομονή, έρχεται και η Βία.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Centro" - τεύχος 15)

Τετάρτη, Μαρτίου 19, 2008

700€: Ορισμός

H γενιά των επτακοσίων ευρώ. Άνθρωποι φοβισμένοι, φοβούνται να απεργήσουν, να διεκδικήσουν δικαιώματα στη δουλειά, να παντρευτούν, να κάνουν παιδιά, ζουν με το φόβο μη χάσουν το ελάχιστο που έχουν, μην απολυθούν, μην τους πνίξουν τα έξοδα.

Είναι η γενιά των συμβασιούχων, του κατώτερου μισθού, των υπαλλήλων του 12ωρου, των επιστημόνων του σε έργα ΚΠΣ, του ιδιωτικού τομέα και του ευρύτερου χαλαρού δημοσίου με τις 6μηνες συμβάσεις, που αλλάζει δουλειές σαν τα εσώρουχα.

Είναι η γενιά που ζει ακόμα με τους γονείς της, που σε δύσκολες ώρες ζητούν ένα «τσοντάρισμα» από φίλους και συγγενείς, που χρεώνει κάρτες και μεταφέρει χρέη, που κάθε μήνα αφήνει και ένα λογαριασμό απλήρωτο για να τα βγάλει πέρα, που περιμένει το δώρο (αν παίρνει) για να ξεχρεώσει, που ο τραπεζικός λογαριασμός γράφει κάτι ευρώ και μερικά λεπτά στο τέλος κάθε μήνα.

Είναι η γενιά του απολιτίκ, που ψηφίζει όποιον της δίνει υπόσχεση για ένα ψίχουλο παραπάνω, που προσμένει λύσεις άμεσες –ανεξάρτητες από ιδεολογίες, που προδώθηκε από τη γενιά του Πολυτεχνείου και τα κόμματα της, που σπούδασε χωρίς παιδεία, που εξειδικεύτηκε γιατί αυτό ήταν το μέλλον μα δε βρήκε ποτέ δουλειά στην ειδικότητα, που της υποσχέθηκαν πολλά μα τίποτα δεν πήρε.

Είναι η γενιά που ευνουχίστηκε επίτηδες, με οργανωμένο σχέδιο, με μελετημένες κινήσεις, για τη «μεγάλη ιδέα» μιας κοινωνίας σιωπηλής, προβατοποιημένης, κοιμισμένης, μιας κοινωνίας στρουθοκαμηλισμού και αλλοτρίωσης.

Είναι η γενιά των συγχρόνων σκλάβων, μα οι σκλάβοι κάποτε ξυπνούν, επαναστατούν και σκοτώνουν τους αφέντες.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Centro" - τεύχος 14)

ΕΛ.ΑΣ. Ελλήνων Φασιστών

Ξαφνικά ανακαλύψαμε και πάλι πως η Αστυνομία έχει σχέσεις με τους φασίστες. Και αυτά τα “όργανα” δεν είναι πια καθόλου προσεκτικά. Οι μεγάλοι στρατηγοί και υπουργοί κάνουν ό,τι μπορούν να κουκουλώσουν χαστούκια, ζαρντινιέρες, Περιάνδρους και χουντογιορτές και μόλις τα ξεχνά ο κόσμος (με ιδιαίτερη ευκολία) κάτι συμβαίνει και βγαίνει πάλι στη φόρα το σάπιο μήλο της ΕΛ.ΑΣ.

Ντου λοιπόν οι ΜΑΤατζήδες παρεούλα με τους ναζί δες με μαχαίρια και κοντάρια με την ελληνική σημαία τυλιγμένη γύρω γιατί το εθνικό σύμβολο διψά για αίμα στα χέρια των εθνικοφρόνων. Όρμισαν να απαλλάξουν την Αθήνα απ' αυτούς που τόλμησαν να πουν πως οι μετανάστες έχουν και αυτοί δικαιώματα, πως δεν μπορούν οι υπερασπιστές της “καθάριας ελληνικής φυλής” να μαχαιρώνουν και να σαπίζουν στο ξύλο κάθε άνθρωπο που δεν ταιριάζει στα πρότυπα τους. Και οι δυνάμεις αποκατάστασης της τάξης χάζευαν το θέαμα λίγο πιο πίσω.

Σάμπως και η Αστυνομία τα ίδια δεν κάνει; Τα αστυνομικά τμήματα έχουν γίνει θάλαμοι βασανιστηρίων για τους αλλοδαπούς που ήρθαν σ' αυτό τον τόπο για μία καλύτερη ζωή και γίνονται σκουπίδι στα χέρια του κάθε εξουσιολάγνου αστυνομικού.

Ας το κάνουν λοιπόν επίσημη πρακτική, μιας και είναι τόσο απροκάλυπτοι. Ούτως ή άλλως ο κόσμος όλα τα χαύει και χωρίς μεγάλη προσπάθεια. Ας βγει ένα φιρμάνι ότι είναι νόμιμα οι ξυλοδαρμοί, τα μαχαιρώματα, τα βασανιστήρια (συγνώμη εννοούσα η “προσβολή προσωπικότητας”).

Ας γίνει και η Χρυσή Αυγή επίσημο τμήμα της Ασφάλειας. Να ανακυρηχθούν εθνικοί ήρωες ο Αντώνης “Περίανδρος” Ανδρουτσόπουλος, ο Πάνος “Πόρκυ” Ρουμελιώτης και ο “φύρερ” Νίκος Μιχαλολιάκος που φροντίζουν για την τήρηση της τάξης και την εθνική καθαρότητα των δρόμων.

Στο κάτω κάτω και η πολιτεία δίνει την συγκατάθεση της σε τέτοιες συμπεριφορές αφού τόσα χρόνια σιωπά και φροντίζει υπογείως να ξελασπώνει τα “άτακτα” παιδιά με τιμωρίες της πλάκας και αθωώσεις στα εφετεία. Είναι φανερό πως δεν υπάρχει ουδεμία διάθεση και πολιτική βούληση για να γίνει το τοπίο πιο καθαρό, μάλλον το αντίθετο. Άλλωστε όπως λένε και οι ίδιοι εκεί στα κέντρα αποφάσεων, “οι φιλήσυχοι πολίτες δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε”.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Centro" - τεύχος 14)

Πέμπτη, Ιανουαρίου 17, 2008

Αναλώσιμοι

Οδύρονται οι κυβερνήσεις για την προστασία των προσωπικών μας δεδομένων, για το απόρρητο της ιδιωτικής μας ζωής, την προστασία και την ασφάλεια μας από κάθε λογής απειλή λες και είμαστε παιδάκια που μας λέει η μάνα μας να μην ξεμακρύνουμε πέρα από εκεί που μπορεί να μας βλέπει. Καταντήσαμε τόσο ανώνυμοι που πλέον γίναμε νούμερα και ποσοστά σε στατιστικά στοιχεία. Τόσο άγνωστοι που γίναμε αναλώσιμοι.

Για το κράτος είμαστε ένα ΑΦΜ, για τα κόμματα ένα νούμερο στις δημοσκοπήσεις. για το ΙΚΑ ένα ΑΜ, για τις τράπεζες ένα αριθμός λογαριασμού και μερικές εκατοντάδες μηνιαίες δόσεις, για την αγορά ένα νούμερο πιστωτικής. Νούμερα γίναμε όλοι και αν χαθούμε απλά το σύστημα πάει στο επόμενο. Όσο δίνουμε, αγοράζουμε, εργαζόμαστε, προσφέρουμε είναι όλα καλά και ο πωλητής μπορεί και να θυμηθεί το μικρό μας όνομα. Μόλις ξεζουμιστούμε γινόμαστε στατιστικό στοιχείο, παράπλευρη απώλεια, ευαίσθητο δεδομένο και μας ξεχνάνε όλοι.

Η λέξη προσωπικότητα δεν υπάρχει πλέον στις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές συναλλαγές. Ακόμα και στη χούντα υπήρχε μία προσωπική επαφή. Σε πλάκωνε στη φάλαγγα ο ΕΣΑτζής και σε έβριζε με το μικρό σου όνομα, μπορεί και να τον ήξερες και συ. Τώρα σε γυρίζουν βιντεάκι, σε καταχωρούν στο κομπιούτερ και υπάρχεις μόνο ως αριθμός φακέλου. Αποξενωθήκαμε ακόμα και από αυτή τη βία της εξουσίας.

Στατιστικά στοιχεία, αυτό είμαστε για το σύστημα πια. Δεν ενδιαφέρεται κανείς ποιος είσαι, χάνεσαι στην ανωνυμία της μάζας και του πλήθους και όσο μένεις «ήρεμος» και «φιλήσυχος» πολίτης απλά δε ασχολείται κανείς μαζί σου. Σκοτώνεται μέρα με τη μέρα η προσωπικότητα σου, η ταυτότητα σου, το εγώ σου λιώνει κάτω από το βάρος της αδυναμίας που προκαλεί η ατελείωτη γραφειοκρατία, οι απρόσωπες εταιρείες και η χυδαιότητα της κοινωνικής στατιστικής.

Και αν τύχει και σηκώσεις κεφάλι, αποκτάς όνομα για λίγο, διασύρεσαι και ξεσκίζεσαι απ΄τα λιοντάρια της ενημέρωσης, γίνεσαι σημαία, λάβαρο, δοχείο για ροχάλες, πεδίο μάχης για τους υπερασπιστές της «ηθικής» και της «αλήθειας». Μετά σε στέλνουν στα σκουπίδια και γίνεσαι απλά ένας πεταμένος ανώνυμος και πάλι.

Αναλώσιμοι. Τις μάχες όμως αυτοί τις κερδίζουν.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Centro" - τεύχος 13)

Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2007

"Ποιοτική" ζωή

Τι διάολο, τόσο απαισιόδοξος είμαι; Έχω μία αίσθηση ότι επικρατεί ένα κλίμα υπέρμετρου βιασμού της δήθεν ποιότητας ζωής που με τόσους φλογερούς λόγους και κραυγαλέες διακηρύξεις μας έχουν πείσει οι κυβερνώντες ότι διαθέτουμε στην χώρα μας. Δουλεύουμε για ψίχουλα, δέκα-δώδεκα ώρες την ημέρα και λέμε και ευχαριστώ που δεν μας απολύουν. Με το ζόρι οι μισοί από μας έχουν ασφάλιση και όσοι έχουν δεν ελπίζουν σε πολλά μετά τις τελευταίες εξελίξεις. Σύνταξη μετά θάνατο είναι πλέον το σύνθημα. Για αυξήσεις δε το συζητάμε καν. Δεν καλύπτουν ούτε τον πληθωρισμό. Νέοι φόροι, γιατί δεν δίνουμε αρκετά μέχρι τώρα και αν είσαι από τους «τυχερούς» και είσαι στο αφορολόγητο, μην ανησυχείς θα αυξήσουν και τους έμμεσους. Η μισή Ελλάδα χρωστάει στις τράπεζες και ζει με δάνεια για να καλύψει την εξομοίωση με τους Ευρωπαϊκούς δείκτες. Σε λίγα χρόνια θα βγουν και τα φραποδάνεια για να μπορείς να αντέξεις το κόστος του φραπέ στις καφετέριες.

Τέλος πάντων αφού τελικά έτσι έχουν τα πράματα γιατί δεν είμαστε στους δρόμους; Που είναι το μάχιμο συνδικαλιστικό κίνημα να κηρύξει σοβαρές απεργίες, διαμαρτυρίες, πορείες, να κατεβάσει ρολά στη χώρα; Συνολικά και μαζικά, όλοι οι κλάδοι να τρίξουν τα δόντια στους έχοντες και κατέχοντες; Α ναι, ξέχασα οι αρχισυνδικαλιστές – εργατοπατέρες ανήκουν στα ρετιρέ και αυτοί. Κόρακας κοράκου μάτι βγάζει; Ακολουθούν την κομματική γραμμή σαν καλά παιδιά, μην τυχόν και θιχτεί κάνας μελλοντικός υπουργός, χάσουν την κομματική επιταγούλα τους και δεν χτίσουν εκείνη την αυθαίρετη βιλίτσα στα καμένα της Ευβοίας.

Εμείς τι κάνουμε; Κλειδωνόμαστε σπιτάκι μας, ως φιλήσυχοι πολίτες και κλαίμε την μοίρα μας. Είναι και οι κάμερες βλέπεις, μη μας κάνουν πορτρέτο στη Γ.Α.Δ.Α. και χάσουμε τη θεσούλα μας. Φροντίζει άλλωστε, η καλή μας η TV να μας λέει όλα όσα η λογοκρισία των συμφερόντων και της μίζας θέλει να μαθαίνουμε.

Μήπως όσοι δεν κοιμούνται πρέπει να βγουν στους δρόμους και να κάψουν την μισή Αθήνα μπας και βγούμε απ’ τη σήψη μας; Ας μας δώσει κάποιος ένα χαστούκι να βγούμε από την μαστούρα της «ποιοτικής» ζωής επιτέλους!

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Centro" - τεύχος 12)

Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2007

Απουσία (πολιτικής) ηθικής

Όλοι ίδιοι; Ίσως. Ανεξαρτήτως της απάντησης όμως, το σίγουρο είναι πως πρόκειται για την παγιωμένη πλέον αντίληψη του δυτικού πολίτη για τις ιδεολογίες που χαρακτηρίζουν τα κυρίαρχα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία. Και μόνο το υψηλό ποσοστό αποχής στις εκλογικές διαδικασίες αρκεί ως δείγμα αυτής της πεποίθησης που υποβόσκει στην συνείδηση του -όχι και τόσο- κυρίαρχου λαού.

Πιθανώς κουρασμένος από έντονες, σκληρές και ενίοτε αιματηρές πολιτικές αντιπαραθέσεις, ο δυτικός ψηφοφόρος φαίνεται να αποζητά πρακτικές λύσεις, αδιάφορες με το ιδεολογικό υπόβαθρο απ΄ το οποίο προέρχονται. Ταυτόχρονα οι πρώην παραγωγοί ιδεολογίας και πολιτικής, ως γνήσιοι εκφραστές του ελεύθερου εμπορίου, καταφεύγουν σε πρακτικές μάρκετινγκ πλειοδοτώντας τις εφήμερες ανάγκες και διαθέσεις του λαού. Η δεξιά πουλάει κοινωνικό κράτος, ο σοσιαλισμός παζαρεύει την κρατική περιουσία, η αριστερά και τα Κ.Κ. φλερτάρουν με τον πατριωτισμό και την εθνική υπερηφάνεια ενώ αριστεροκεντροενθνικοσοσιαλιστικά μορφώματα τύπου ΛΑ.Ο.Σ. τσιμπάνε μερίδα του λαού πουλώντας δήθεν απολιτίκ λόγο για το καλό της χώρας

Κατά πόσο είναι εφικτές τέτοιου είδους κυβερνήσεις και κόμματα να δώσουν λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα είναι θέμα εκτεταμένης ανάλυσης που δε χωράει σε τούτες τις γραμμές. Βέβαιο είναι πως ένα κόμμα μπορεί εύκολα να ασκήσει οικονομική πολιτική όταν απαγκιστρώνεται από τους δεσμούς με τις ιδεολογίες που πλαισίωναν κάποτε την ίδρυση του. Χωρίς όμως ιδεολογικό υπόβαθρο, χωρίς συνεχή και ουσιαστική παραγωγή σοβαρού και συνεπούς πολιτικού λόγου, είναι μάλλον αδύνατο να κυβερνήσει κανείς μία χώρα.

Δυστυχώς το πρόβλημα φαίνεται να είναι πως η σύγχρονη δυτική κοινωνία πάσχει από έλλειψη πολιτικής ηθικής. Απουσιάζουν οι ομάδες με όραμα, ικανές να σηκώσουν το βάρος της ευθύνης μιας σοβαρής πολιτικής απόφασης για στροφή σε αξίες και ιδεολογίες που είναι ανύπαρκτες πια στον πολιτικό λόγο. Ομάδες που θα εμπνεύσουν και θα κάνουν τη διαφορά με ουσιαστικό πολιτικό υπόβαθρο. Οι ελάχιστες που έχουν πια απομείνει είτε ζουν στις σκιές του παρελθόντος, φορτωμένες με τις μνήμες μιας περασμένης γενιάς είτε απέχουν πάρα πολύ από τα κέντρα εξουσίας που υποβαθμίζονται σε βραχυπρόθεσμες νεανικές εξάψεις.

Γιατί ακόμα και ο αυτός ο καπιταλισμός απογυμνώθηκε από την ουσιώδη ιδεολογία του και έμειναν τα στεγνά και άψυχα νούμερα να ορίζουν την τύχη του κόσμου.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Centro" - τεύχος 11)

Σάββατο, Μαΐου 26, 2007

Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη

Κάποτε ο κόσμος βαρέθηκε τους βασιλιάδες και τους μονάρχες και είπε να γενεί αυτός αφεντικό. Έκαμαν λοιπόν επαναστάσεις, κρεμάσαν και αποκεφάλισαν τους γαλαζοαίματους, φτιάξανε συντάγματα (όχι στρατιωτικά, από τα άλλα που τα γράφεις στα χαρτιά) και όλοι μαζί εψήφισαν κυβερνήσεις. Στην αρχή ήταν καλά.

Τα χρόνια όμως περάσαν και αυτοί που κυβερνάγανε βαρέθηκαν. Δεν έδίναν δεκάρα πια για την παιδεία, την κοινωνική πολιτική, το ρατσισμό, τα ταμεία του κράτους. Τρώγανε, πίναν και διασκεδάζαν, είπαν και μερικά τσουβάλια ψέματα για το πόσο δουλεύουν και ο λαός λίγο πείρε χαμπάρι. Και επήγεναν όλα από το κακό στο χειρότερο.

Οι μεγαλοεπιχειρηματίες κάτι πήραν μυρωδιά και ανησύχησαν. Σου λέει, αν τους αφήσουμε τους άχρηστους να συνεχίσουν έτσι, καήκαμε. Πήγαν στους κυβερνήτες και είπαν: «Φάτε, πιείτε, διασκεδάστε και αφήστε τα βάρη της διαχείρισης επάνω μας». Άλλο που δεν ήθελαν και οι πολιτικοί και υπογράψαν το χαρτί.

Ο λαός όμως τα χρειάστηκε. «Ο βάθρακας ο πολιτικός μου τα τρώει αλλά τουλάχιστον ξέρει τη δουλειά. Ο άλλος χάμπουργκερ και πετρέλαια και ψυγεία φτιάχνει... τι ξέρει από λαό;» Και τον κοίταζε με μισό μάτι τον CEO.

Ιδρώσαν πάλι οι λεφτάδες. «Μπορεί ο τόπος να πάει καλύτερα αλλά οι ψειριάριδες ζητάν ασφάλιση, 8ωρο, και κατώτερο μισθό» λέγανε. «Και οι Εσκιμώοι στους πάγους που γκρινιάζουν ότι καταστρέφουμε το οικοσύστημα...».

Μέχρι που ένας πιτσιρικάς είπε την ιδέα. «Θα μας κοστίσει πολλά να τους τα δώσουμε όλα. Αντ’αυτού θα τους δίνουμε ένα ψίχουλο τη φορά αλλά με ωραίο αμπαλάζ και πολλά παχιά λόγια. Κόβουμε εκατό χιλιάδες δέντρα; Θα φυτεύουμε την επομένη ένα πευκάκι με τυμπανοκρουσίες. Εκμεταλλευόμαστε παιδάκια σε φτωχές χώρες; Θα στέλνουμε 10 αμερικανάκια κάθε χρόνο με υποτροφία στο πανεπιστήμιο και θα βγάζουμε και αναμνηστικές φωτογραφίες. Ταΐζουμε τον κόσμο με σκουπίδια; Θα τρώμε και εμείς ένα χαμπουργκεράκι το χρόνο και θα στέλνουμε δελτία τύπου.»

Άρεσε πολύ η ιδέα και την εφαρμόσανε. Και ο κόσμος το χάψε και αυτό γιατί είχε και ωραίο όνομα. Το έλεγαν «Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη».

Υ.Γ. Ο πιτσιρίκος που είχε την ιδέα πέθανε από καρκίνο στα 35 του αλλά ποτέ κανείς δεν το μαθε...

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Centro" - τεύχος 9)

Παρασκευή, Μαρτίου 16, 2007

Πέμπτη, σιχαμένη Πέμπτη

Ρε άντε από δω... δε θέλω να βλέπω κάμερες, μικρόφωνα, κουστουμαρισμένους «δημοσιογράφους», γλοιώδεις γνωμοδότες, υπερασπιστές του αγώνα μου και επικριτές των πάντων. Με τα ΜΑΤ αισθάνομαι πιο άνετα. Τουλάχιστον εκεί τα πράματα είναι ξεκάθαρα. Θα φωνάξεις ένα σύνθημα, θα πάρουν τις διαταγές τους, θα ρίξουν κάνα δακρυγόνο, θα πέσει και καμιά σφαλιάρα... «Τους ρίχνεις και τα καντήλια σου και πλακώνεστε και γίνεται και κάποια κοινωνική συναναστροφή» που λέει και ο Αγγελάκας στην ταινία «Ο Χαμένος τα παίρνει όλα». Με την τηλεόραση άντε να βγάλεις άκρη. Χωμένοι εκεί στα studio, οι υπερασπιστές της είδησης, τα λένε όπως θέλουν και δεν μπορείς να κάνεις και τίποτα. Σάματις θα σ’ ακούσει ο Χατζηγγελάτος άμα τον βρίσεις; Δε πα να μαζεύτηκαν 10000 φοιτητές στο δρόμο με πανό και με σημαίες. Φωνές, ξελαρυγγιάσματα, συνθήματα, διακηρύξεις, ούτε που βλέπουν το φως των δελτίων. Έχουν βλέπεις συμβόλαιο οι κουκουλοφόροι και με την TV. Δεν φτάνει ο μισθός της αστυνομίας για να ζήσεις την σήμερον ημέρα, πρέπει να τα βγάλεις και από αλλού. Πρώτο πλάνο ο νίντζα που πετάει τη μολότοφ, και λίγο ανφάς γιατί το προφίλ δε βγαίνει καλό με την κουκούλα. Τέτοιες οδομαχίες ούτε το Hollywood δεν μπορεί να γυρίσει. Τα βλέπει και η περιπτερού και παθαίνει εγκεφαλικό. «Πάλι στην πορεία πας αγοράκι μου; Να προσέχεις, πέφτει ξύλο, οι αλήτες οι φοιτητές τα έχουν σπάσει όλα, δε σέβονται τίποτα. Εσύ δεν είσαι πια φοιτητής, τι δουλεία έχεις με δαύτους;» Άντε να εξηγήσεις τώρα ότι το έργο γυρίζεται σε 2 πλατό, στο ένα οι κομπάρσοι που φωνάζουν χωρίς σενάριο και 10 τετράγωνα πιο κάτω, οι πρωταγωνιστές που παίζουν ξύλο μεταξύ τους σε σκηνοθετημένες μάχες. Αμ στο χαζοκούτι είναι οι αλήτες κυρά περιπτερού μου. Αυτοί που αντί για τζαμαρίες θέλουν να σπάσουνε την αξιοπρέπεια του αγωνιζόμενου φοιτητή. Αμ δε!


(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Centro" - τεύχος 8)

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2007

Ατομικότητα ή Εγωισμός;

Η ατομικότητα έχει γίνει σημαία της σύγχρονης εποχής. Μιας ατομικότητας που έχει χάσει πλέον τη σημασία της ως δικαιώματος στη μοναδικότητα και την ελευθερία του ατόμου. Μιας ατομικότητας που πλέον είναι συνυφασμένη με τον υπέρμετρο εγωισμό και την επιθυμία της κοινωνικής καταξίωσης και επιτυχίας με κάθε τρόπο και μέσο. Πατάμε πάνω σε πτώματα, βαυκαλιζόμαστε με τη δυστυχία του συνανθρώπου μας, αδιαφορούμε για τις επιθυμίες του άλλου, κλεινόμαστε στο μικρόκοσμο μας ορθώνοντας ένα τοίχος ανάμεσα σε μας και τον υπόλοιπο κόσμο, μην τυχόν και σταθεί εμπόδιο στην πορεία μας για την επιτυχία. Ενίοτε, όταν πάμε καλά και έχουμε χρόνο, δείχνουμε ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο μας, αλλά με τέτοια ανωτερότητα, με τόση έπαρση γι’ αυτό που κάνουμε, με τόσο πάθος να δείξουμε πως δεν είμαστε αδιάφοροι για το τι συμβαίνει γύρω μας, που αγγίζει τα όρια του ρατσισμού. Βέβαια νιώθουμε καλά γιατί μετά μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχοι και να πατήσουμε σε μερικά ακόμα πτώματα την επόμενη μέρα αφού κάναμε την «καλή μας πράξη» και τούτο τον μήνα. Η πραγματική όμως ατομικότητα μας έχει χαθεί κάπου στο δρόμο γιατί πολύ απλά την έχουμε στερήσει από κάποιον άλλο για τους δικούς μας εγωιστικούς σκοπούς. Πλέον δεν είμαστε ελεύθεροι. Είμαστε σκλάβοι της επιθυμίας μας για επιτυχία, του εγωισμού μας, του ίδιου μας του εαυτού, αφού πλέον είμαστε ανίκανοι να δείξουμε το παραμικρό συναίσθημα για τον διπλανό μας, πέρα από οίκτο για τα βάσανα του, ή φθόνο για αυτά που έχει περισσότερα από εμάς.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Centro" - τεύχος 7)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006

Απέχω άρα (δεν) υπάρχω;

Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Αυτό τουλάχιστον αναφέρει το Σύνταγμα στο πρώτο του άρθρο, στην πρώτη του παράγραφο.

Στην ουσία δηλαδή και χωρίς να θέλουμε να μπλέξουμε πολύ με λεπτομέρειες το θέμα είναι απλό. Η Λαϊκή Κυριαρχία (ο λαός) αποφασίζει με εκλογές τους αντιπροσώπους του στη βουλή, οι οποίοι μετά φροντίζουν για τη διαχείριση του Κράτους, αποτελούν την Κρατική Κυριαρχία.

Στις μέρες μας αυτή η εξάρτηση του Κράτους από το Λαό έχει αρχίσει να εξασθενεί, να χαλαρώνει. Ο λαός δείχνει έμπρακτα την αδιαφορία του να ασκήσει την Κυριαρχία του. Αδιαφορεί για την πολιτική της κυβέρνησης, δεν ασχολείται με τα κοινά παρά μόνο με τα δικά του κοινά και το κυριότερο, δεν ασκεί το δικαίωμα που τον κάνει κυρίαρχο σε ένα κράτος, το δικαίωμα της ψήφου.

Θες γιατί πλέον καμία κυβέρνηση δεν ασκεί ουσιαστική πολιτική, παρά μόνο οικονομική διαχείριση της κρατικής περιουσίας, θες γιατί κουράστηκε τα κόμματα να του δίνουν υποσχέσεις που ξέρει ότι δεν θα τηρηθούν, θες γιατί το κράτος δεν φροντίζει ώστε να βγαίνουν από το σύστημα παιδείας νέοι ενεργοποιημένοι και πολιτικά συνειδητοποιημένοι, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Ο λαός απέχει.

Οι αιτίες αυτού του φαινομένου χάνονται σε ένα φαύλο κύκλο... η παρακμή της κρατικής κυριαρχίας, οδηγεί στην παρακμή της λαϊκής κυριαρχίας και την απώλεια της ουσίας της έννοιας «πολίτης», ο λαός πλέον αδιαφορεί για την κρατική κυριαρχία η οποία οδηγείται σε παρακμή... τα είδωλα ενός καθρέφτη που καθρεφτίζονται μέσα σε ένα καθρέφτη είναι άπειρα.

Δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος στις αιτίες. Υπάρχει όμως σίγουρο τέλος της Δημοκρατίας όπως την γνωρίζουμε εάν δεν αλλάξουμε κάτι ΕΜΕΙΣ. Όταν απέχει ο λαός, δεν υπάρχει λαϊκή κυριαρχία. Χωρίς λαϊκή κυριαρχία, η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει, παρά μόνο στο τυπικό επίπεδο, σε αυτό που ούτως ή άλλως λειτουργεί στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Δεν παράγεται πολιτική. Δεν παράγεται ιδεολογία. Τη χώρα μας θα μπόρεσε κάλλιστα να την κυβερνά και ένα σώμα λογιστών, μη πούμε ότι θα έκαναν και καλύτερη δουλεία.

Απέχοντας δεν αλλάζουμε τίποτα. Συμμετέχοντας ίσως να αλλάξει και κάτι.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Centro" - τεύχος 6)

Παρασκευή, Ιουνίου 30, 2006

Τα του Θεού τω Θεώ και τα του Καίσαρος τω Καισαρι

Ο διαχωρισμός «κράτους – εκκλησίας» είναι ένα θέμα, που συνεχώς βρίσκεται στο προσκήνιο, αλλά κανείς δεν τολμά ν’ αγγίξει σε βάθος και να δώσει ουσιαστική λύση. Άλλοι γιατί δε θέλουν στην πλάτη τους το «βαρύ» πολιτικό κόστος, άλλοι γιατί έχουν οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, ενώ δε λείπουν και εκείνοι που θεωρούν πως δεν υπάρχει πράγματι τέτοιο θέμα.

Τα γεγονότα όμως, ως συνήθως, τρέχουν πιο γρήγορα από την όποια πολιτική θέληση των αντιπροσώπων μας στη Βουλή. Η ανάγκη απαλλαγής του Κράτους από την θρησκευτική επιρροή που ασκεί αυτή τη στιγμή, έστω και έμμεσα σε πολλές περιπτώσεις, η εκκλησία γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική. Η ανάγκη για μια κοινωνία με δομές και θεσμούς απελευθερωμένους πλέον από τα θρησκευτικά «πρέπει» που επιβάλλονται καθημερινά στη ζωή μας είναι σημαντική.

Παρόλο που το άρθρο 13 του Συντάγματος αναφέρει ότι «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη», η πραγματικότητα στη χώρα μας είναι αρκετά διαφορετική. Καταρχάς το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει πιο πάνω, με ρητό και εμφατικό τρόπο, ποια είναι η επικρατούσα θρησκεία (άρθρο 3), πριν ακόμα καλά καλά ορίσει τα ανθρώπινα δικαιώματα, δίνοντας την ίδια βαρύτητα που δίνει στον ορισμό του πολιτεύματος μας. Δυστυχώς όμως, το πρόβλημα δε σταματά μόνο στις διατυπώσεις.

Χωρίς να γίνεται φυσικά άμεση παραβίαση της συγκεκριμένης ελευθερίας, η καθημερινότητα μας είναι μπολιασμένη, σε πολλούς τομείς, με μία μονόπλευρη θρησκευτικότητα, η οποία αφορά μεν ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, αφήνει αδιάφορο δε ένα εξίσου σημαντικό μέρος του, ίσως μάλιστα και να το εξοργίζει. Είναι άλλωστε δεδομένο, ότι η διαρκής σύγκρουση μεταξύ Ανατολής και Δύσης και το μόνιμο ρεύμα μετανάστευσης που υπάρχει από αλλόθρησκες χώρες προς την Ελλάδα, έχουν αλλάξει ριζικά τη σύνθεση της κοινωνίας μας.

Από την παιδική μας κιόλας ηλικία, βρισκόμαστε σε συνεχή τριβή με θρησκευτικά σύμβολα και τελετουργίες αδιάφορες προς εμάς και άσχετες με τις δραστηριότητες μας. Τα εικονίσματα και οι πρωινές προσευχές στα σχολεία, οι αγιασμοί και οι δημόσιες λειτουργίες, ο θρησκευτικός όρκος, δημιουργούν και ορίζουν ένα συγκεκριμένο πλαίσιο στο οποίο επιβάλλεται να ανήκει ο κάθε πολίτης. Από την άλλη, η έλλειψη τόπων λατρείας άλλων θρησκειών και η ταφή ως μοναδικός επίσημος και αναγνωρισμένος αποχαιρετισμός των νεκρών δείχνουν μία εντυπωσιακή αδιαφορία στα δικαιώματα αυτών που δεν επιθυμούν να ενταχθούν στην παραπάνω κατηγορία.

Διατηρείται έτσι ένα χάσμα που κάποτε εξυπηρετούσε τις εθνικές μας ανασφάλειες, όταν οι διαφορές αυτές παρέμεναν «ζωντανές» ως επί το πλείστον εκτός συνόρων ή στην χειρότερη περίπτωση σ’ ένα πολύ μικρό ποσοστό της βορειοανατολικής Ελλάδος.

Παράλληλα, οι εξάρσεις θρησκευτικής βίας σε πολλά μέρη του κόσμου, καθώς και η άγρια εκμετάλλευση τους από τους «σταυροφόρους της Δύσης» που ταυτίζονται με αυτές, δείχνουν έντονα, ότι το μέλλον μας επιφυλάσσει ακόμα πιο δύσκολες μέρες σε ότι αφορά τη συμβίωση ανθρώπων με διαφορετικά μεταφυσικά πιστεύω. Μια ώριμη, δίκαιη και ουδέτερη αντιμετώπιση του ίδιου του Κράτους ως προς τις θρησκείες πριν είναι πολύ αργά, μπορεί να θέσει τα απαραίτητα εκείνα θεμέλια, που θα κάνουν τις διαφορές αυτές πιο ήπιες και λιγότερο σημαντικές.

Το θλιβερό της όλης ιστορίας είναι, πως η διαιώνιση αυτής της πραγματικότητας είναι καλά κλειδωμένη από τα οικονομικά συμφέροντα και το πάθος για εξουσία των κεφαλών της εκκλησίας. Ασκώντας συνεχή πίεση και επιρροή, κρατούν γερά τη θέση που θεωρούν, ότι η θρησκεία πρέπει να κατέχει στη ζωή της Ελλάδας, από φόβο μη χάσουν δύναμη και περιουσία που κρατούν αιώνες τώρα. Ξέρουν, ότι ένας ξεκάθαρος και ουσιαστικός διαχωρισμός ρόλων, θα τους εξοστρακίσει και θα τους υποχρεώσει να αναλάβουν τα πραγματικά τους καθήκοντα, αυτά που αφορούν μόνο την πίστη των ανθρώπων.

Είναι πολύ σημαντικό να γίνει κατανοητό, ότι ένα ουδετερόθρησκο Κράτος δε σημαίνει απαραίτητα και ένα άθρησκο έθνος. Δείχνει όμως τον απαραίτητο και πρέποντα σεβασμό στα «πιστεύω» εκείνων, που είτε μετέχουν άλλης κουλτούρα, είτε θέλησαν να αναζητήσουν αλλού απαντήσεις για τα αιώνια ερωτήματα. Τους βοηθά να ενταχθούν και να γίνουν μέρος μιας κοινωνίας, που ναι μεν είναι στην πλειονότητά της χριστιανική, αλλά έχει το θάρρος να μην αφήνει κάτι, που θεωρητικά είναι προσωπική υπόθεση του κάθε ατόμου, να γίνεται εμπόδιο στην άνετη συμβίωση μας. Το κυριότερο όμως είναι, ότι μόνο έτσι μπορεί το Κράτος να προστατεύσει αντικειμενικά και αμερόληπτα το κυρίαρχο και αναμφισβήτητο δικαίωμα του κάθε πολίτη, το δημοκρατικό δικαίωμα της ελεύθερης πίστης.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Centro" - τεύχος 5)